Ομάδα Εργασίας για την εκπόνηση της
μελέτης |
Η Διοικούσα Επιτροπή στην συνεδρίασή της, της 12 Ιανουαρίου 1998
συγκρότησε Ομάδα Εργασίας, από τους παρακάτω ειδικούς επιστήμονες: α) Κυριακίδη Αγγελο, Αρχιτέκτονα μηχανικό β) Ντεμερτζή Γεώργιο, Πολιτικό μηχανικό γ) Τσίμπα Κωνσταντίνο, Πολιτικό μηχανικό και τους ανέθεσε το έργο της μελέτης επικάλυψης χειμάρρων πόλεως Δράμας
Με τον όρο "επικάλυψη" νοείται όχι μόνο η όποια επικάλυψη αυτή καθ΄αυτή,
αλλά και τα τυχόν έργα που θα συνοδεύουν την διαμόρφωση του περιβάλλοντα χώρου
όπου αυτά είναι απαραίτητα να γίνουν. |
| ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ |
| Στην Καβάλα |
Την Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 1998 πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα συγκεντρώσεων
του Τμήματος Ανατολικής Μακεδονίας του ΤΕΕ, η παρουσίαση του έργου της
Ομάδας Εργασίας. Η παρουσίαση έγινε από τα Μέλη της Ομάδας Εργασίας: Αγγελο Κυριακίδη, Αρχιτέκτονα μηχανικό Μιχάλη Ντεμερτζή, Πολιτικό μηχανικό Κωνσταντίνο Τσίμπα, Πολιτικό μηχανικό που ανέφεραν: "Αντικείμενο της μελέτης αυτής είναι η διερεύνηση της αξιοποίησης των ρεμάτων που διαρρέουν την πόλη της Δράμας και η διαμόρφωση των εισόδων της πόλης σε σχέση με αυτούς. Στην Εργασία επιχειρήθηκε αρχικά η αναγνώριση και καταγραφή της υπάρχουσας κατάστασης της πόλης. 'Ετσι μετά από επανειλημμένες επισκέψεις στους χώρους ενδιαφέροντος και την λήψη των απαραίτητων φωτογραφιών (οι οποίες παρατίθενται για την καλύτερη κατανόηση της υπάρχουσας κατάστασης) καταγράφηκε η κατάσταση των κυριότερων ρεμάτων της πόλης. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο μεγαλύτερο μέρος τους τα ρέματα αυτά είναι ήδη επικαλυμμένα και οι πλάκες επικάλυψής των χρησιμοποιούνται σαν δρόμοι, ενώ στις περιοχές εκατέρωθεν έχει αναπτυχθεί πυκνότατη δόμηση. Παράλληλα διερευνήθηκαν προτάσεις που έγιναν παλαιότερα για το αντικείμενο του ενδιαφέροντος (από διάφορους φορείς) και ανεξάρτητα απ' το αν υλοποιήθηκαν ή όχι διαπιστώθηκε κατά πόσο αυτές ευσταθούσαν. Οι προτεινόμενες επεμβάσεις αποτυπώθηκαν αρχικά σε κλίμακα 1 : 5.000 και στη συνέχεια εφαρμόστηκαν στο υπάρχον ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης. Τα κριτήρια που τέθηκαν για την αποδοχή των προτάσεων που γίνονται από την παρούσα μελέτη είναι λειτουργικά, τεχνικά, οικονομικά και αισθητικά. Δόθηκε ιδιαίτερη προσοχή ώστε οι προτεινόμενες παρεμβάσεις στα ρέματα (όντας εναλλακτικές και χωρίς να ακολουθείται απόλυτα ο τίτλος της εργασίας έτσι όπως ανατέθηκε από το ΤΕΕ) να μην έχουν αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον δεδομένου ότι η πολιτική που ακολουθήθηκε μέχρι και τις μέρες μας υπαγόρευε την επικάλυψή τους. Ακολούθησε φωτογράφηση των χαρτών που κατασκευάστηκαν και στους οποίους αποτυπώθηκαν οι προτάσεις μας. Τα αποτελέσματα είναι μία μελέτη σκοπιμότητας που δίνει σαφείς κατευθύνσεις οι οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν από διάφορους φορείς σαν αφετηρία για περαιτέρω μελέτες εφαρμογής. Η υιοθέτησή της θέλουμε να πιστεύουμε, ότι μπορεί να δείξει την μέθοδο με την οποία πρέπει να διερευνάται μία ρύθμιση έτσι ώστε να μπορεί να λειτουργήσει μετά από την υλοποίησή της. Θέλουμε επίσης, να τονίσουμε ότι έργα τέτοιας κλίμακας δεν γίνονται με την "ξερή" διαδικασία προμελέτη-μελέτη εφαρμογής-υλοποίηση. Πρέπει πάντα αυτός που αποφασίζει για τα έργα να έχει ξεκαθαρίσει τί θέλει να κάνει, πώς θα το κάνει και πότε θα το κάνει. Στο πρώτο μέρος της εργασίας μας επιχειρείται ο προσδιορισμός του γεωγραφικού χώρου της πόλης, η σύσταση του εδάφους της ευρύτερης περιοχής, καθώς και μία αναφορά σε ιστορικά στοιχεία ώστε να γίνει δυνατή η εξαγωγή κάποιων βασικών συμπερασμάτων τα οποία θα επηρρεάσουν τον σχεδιασμό. Ακολουθεί στο δεύτερο μέρος ανάλυση των υδρολογικών χαρακτηριστικών των χειμάρρων, των κυκλοφοριακών χαρακτηριστικών των δρόμων και γίνεται μία πρώτη επεξεργασία των τελικών προτάσεων. Στο τρίτο μέρος γίνονται συγκεκριμένες προτάσεις που αφορούν την αξιοποίηση των ρεμάτων στο πλαίσιο μιας όσο το δυνατόν πιο ήπιας μορφής παρέμβασης, στο φυσικό περιβάλλον. Στο τέταρτο και τελευταίο μέρος επεξεργαζόμαστε μια συνολική πρόταση αντιμετώπισης των κυριότερων εισόδων-εξόδων της πόλης, κάτω από το πρίσμα μιας ενιαίας οδικής αρτηρίας σύζευξής τους. Αντιμετωπίζονται τα κομβικά σημεία σύνδεσης της αρτηρίας αυτής με το ήδη υπάρχον κυκλοφοριακό δίκτυο. Για τις διευκολύνσεις ευχαρίστησαν την Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου Δράμας για την ευγενική παροχή των απαραίτητων σχεδίων και χαρτών και τη Δημόσια Βιβλιοθήκη της Δράμας για την παροχή σχετικής βιβλιογραφίας". |
| Στην Δράμα |
Το Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 1999, πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα του Συνεδριακού Κέντρου του Εμπορικού Επιμελητηρίου
Δράμας, η παρουσίαση του έργου της Ομάδας Εργασίας του Τ.Ε.Ε. με τίτλο : "Επικάλυψη
χειμάρρων και διαμόρφωση των εισόδων της πόλης της Δράμας".Η παρουσίαση έγινε από
τα μέλη της Ομάδας Εργασίας τα οποία ήταν οι 'Αγγελος Κυριακίδης αρχιτέκτονας μηχανικός,
Μιχάλης Ντεμερτζής πολιτικός μηχανικός και Κωνσταντίνος Τσίμπας πολιτικός μηχανικός. Στην αίθουσα παρευρέθηκαν ο Νομάρχης Δράμας κος Κωνσταντίνος Ευμοιρίδης, ο Δήμαρχος Δράμας κος Μαργαρίτης Τζίμας, μέλη του Δημοτικού και Νομαρχιακού Συμβουλίου της πόλης, μηχανικοί όλων των ειδικοτήτων από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς, μηχανικοί που ιδιωτεύουν καθώς και πολίτες. Στην αρχή προλόγισε ο Πρόεδρος της Ν.Ε. του Τ.Ε.Ε. Δράμας κος Βασίλειος Μακρής και στην συνέχεια τα μέλη της ομάδας εργασίας ανέπτυξαν το θέμα. Αντικείμενο της μελέτης αυτής ήταν η διερεύνηση της αξιοποίησης των ρεμάτων που διαρρέουν την πόλη της Δράμας και η διαμόρφωση των εισόδων της πόλης σε σχέση με αυτούς. Στην εργασία επιχειρήθηκε αρχικά η αναγνώριση και καταγραφή της υπάρχουσας κατάστασης της πόλης. Έτσι μετά από επανειλημμένες επισκέψεις στους χώρους ενδιαφέροντος και την λήψη των απαραίτητων φωτογραφιών και slides, καταγράφηκε η κατάσταση των κυριοτέρων ρεμάτων της πόλης. Η παρουσίαση έγινε με παράλληλη προβολή slides και διαφανειών που κατέγραψαν όλη την πορεία της εργασίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο μεγαλύτερο μέρος τους τα ρέματα αυτά είναι ήδη επικαλυμμένα και οι πλάκες της επικάλυψης τους χρησιμοποιούνται ως δρόμοι ενώ στις περιοχές εκατέρωθεν έχει αναπτυχθεί πυκνότατη δόμηση. Καταγράφηκε επίσης η κυκλοφοριακή πραγματικότητα της πόλης και διερευνήθηκαν - αξιολογήθηκαν μια σειρά από εναλλακτικές λύσεις για την δημιουργία ενός νέου οδικού άξονα ο οποίος θα εξυπηρετούσε την κίνηση μέσα και έξω απ' αυτήν. Παράλληλα διερευνήθηκαν προτάσεις που έγιναν παλαιότερα και είχαν σχέση με το αντικείμενο ενδιαφέροντος, άσχετα αν υλοποιήθηκαν ή όχι. Οι προτεινόμενες επεμβάσεις αποτυπώθηκαν αρχικά σε κλίμακα 1 : 5000 και στην συνέχεια εφαρμόστηκαν στο υπάρχον ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης. Τα κριτήρια που τέθηκαν για την αποδοχή των προτάσεων από την παρούσα μελέτη είναι λειτουργικά, τεχνικά, οικονομικά και αισθητικά. Δόθηκε ιδιαίτερη προσοχή ώστε οι προτεινόμενες επεμβάσεις στα ρέματα να μην έχουν αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, δεδομένου ότι η πολιτική που ακολουθήθηκε μέχρι σήμερα, υπαγόρευε την επικάλυψή τους. Ακολούθησε φωτογράφηση των χαρτών που κατασκευάστηκαν έτσι ώστε να είναι δυνατή η προβολή τους. Το αποτέλεσμα είναι μία μελέτη σκοπιμότητας που δίνει σαφείς κατευθύνσεις οι οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν από διάφορους φορείς ως αφετηρία για περαιτέρω μελέτες εφαρμογής. Η υιοθέτηση της μεθόδου εργασίας θέλουμε να πιστεύουμε ότι μπορεί να δείξει τον δρόμο για την διερεύνηση ενός πλήθους εναλλακτικών ρυθμίσεων έτσι ώστε αυτή να μπορεί να λειτουργήσει μετά την υλοποίησή της. Θέλουμε επίσης να τονίσουμε ότι έργα τέτοιας κλίμακας δεν γίνονται με την "ξερή" διαδικασία προμελέτη - μελέτη εφαρμογής - υλοποίηση. Η ύπαρξη μιας μελέτης σκοπιμότητας είναι πάντοτε απαραίτητη. Πρέπει πάντα αυτός που αποφασίζει για τα έργα να έχει ξεκαθαρίσει τι θέλει να κάνει, πώς θα το κάνει και πότε θα το κάνει. Στο πρώτο μέρος της εργασίας επιχειρείται ο προσδιορισμός του γεωγραφικού χώρου της πόλης και της ευρύτερης περιοχής, η σύσταση του εδάφους της και γίνεται μια σύντομη αναφορά σε ιστορικά στοιχεία. Στο δεύτερο μέρος ακολουθεί ανάλυση των υδρολογικών χαρακτηριστικών των χειμάρρων και των κυκλοφοριακών χαρακτηριστικών της πόλης. Γίνεται μια πρώτη προσέγγιση των προβλημάτων που υπάρχουν. Στο τρίτο μέρος γίνονται συγκεκριμένες προτάσεις που αφορούν την αξιοποίηση των ρεμάτων στο πλαίσιο μιας όσο το δυνατόν πιο ήπιας επέμβασης στο φυσικό περιβάλλον. Στο τέταρτο και τελευταίο μέρος επιχειρείται μια συνολική αντιμετώπιση των κυριοτέρων εισόδων εξόδων της πόλης κάτω από το πρίσμα μιας ενιαίας οδικής αρτηρίας σύζευξής τους. Αντιμετωπίζονται τα κομβικά σημεία της αρτηρίας αυτής με το υπάρχον κυκλοφοριακό δίκτυο. Στο τέλος ακολούθησαν ερωτήσεις προς τα μέλη της ομάδας εργασίας και συζήτηση με το ακροατήριο. |
![]() |
|
|
| Copyright © 1998 ΤΕΕ Τμήμα Ανατολικής Μακεδονίας |